Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Aνυπότακτες Διαδρομές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Aνυπότακτες Διαδρομές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015
Σάββατο 24 Αυγούστου 2013
Γραφής Γενόμενα ~ Ελένη Γιαννέλη
Άραγε θ' άντεχες να μάθεις
πως χτυπά η καρδιά μου
όταν σου εύχεται Αγάπη;
Στη Ζωη μας συμβαίνει κάποια στιγμή
κάτι άγρια θλιβερό. Η Καρδιακή σιωπή
αρχίζει εκεί που η αλήθεια του καθένα μας
δεν χρειάζεται πια καμιά επιείκεια.
Τινάζω λοιπόν τη στιγμή μου
στη δική μου αλήθεια
επειδή δεν γουστάρω
να τινάξω στον αέρα το βαθύ μου Θέλω
κόντρα στο φαίνεσθαι
αυτού του μάταιου κόσμου.
Σοφία είναι να ξέρεις
και να παραδέχεσαι
πως δεν σε αγαπά ..
και ότι η ζωή συνεχίζεται
με όλη τη σκληρότητα
μιας τέτοιας ανακάλυψης
Το τέλος εποχής
το πληρώνουμε
μετρητοίς
στον ουρανό
της αλήθειας
ολοι εμείς οι ατίθασοι
που για ένα έμπρακτο
σκάσε σ'αγαπάω
ζούμε
Ετικέτες
Aνυπότακτες Διαδρομές,
aeriko2010
Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013
"Κάτι μεγάλωσε μέσα μου ...
..και μίκρυνε ο κόσμος"
Ωρα αναχωρήσεως:
Κάθε λεπτό καθ'όλο
το εικοσιτετράωρο
γι' αυτό άνοιγε ταπεινά
διαβάτη της ζωής
το μονοπάτι
της Καρδιας σου
Ετικέτες
Aνυπότακτες Διαδρομές,
aeriko2013
Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012
Πιο Αληθινό...απ όλες τις αλήθειες...
Σούρουπο τώρα, σχολνάει να πούμε ο Ήλιος
και σφουράει ο Ουρανός ''σκάντζα βάρδια''
να ρθει το Φεγγάρι με την παρέα του
να πιάσουνε τα πόστα.
Κι απ' τις πιάσουνε τα πόστα, να σηκώνει
ο πάσα εις την γκλάβα του στον Ουρανό
και να ρωτά τον απατό του ''για δείτενε ρε...
τι 'ναι τούτα τα όμορφα και ποιος
ήσπασε την κεφαλή του να κάτσει να τα κάμει...;''
κι άλλα τέτοια που μόνο παπάδες μποράνε
να ξηγήσουνε κι άλλος κανείς. Κι όχι δηλαδής
πως έχω τίποτα με 'πιστημόνους και φιλοσόφους,
όχι, αλλά μωρ' αδερφά μου τους ρωτάς
για τη φτιάξη του Κόσμου και του Συμπάντου,
και σου κάνουνε την κεφάλα καζάνι
για να καταλήξουνε πως ούτε εκείνοι ξέρουνε...
Ο παπάς πως, ότι τον ερωτήσεις λέει''ο Θεός''.
Λέει ο Θεός και καθαρίσατε, κι αυτός που στο 'πε,
κι εσύ που γλίτωσες τη σκοτούρα
περί σκέψη φιλοσοφική και βαρυστόμαχη,
και τ' αφεντικό σου που δουλεύεις μεροκάματο
και δε ρίγνεις τη δουλειά ένα παρά πίσω,
γιατί σ' απασχολάνε αψηλά ζητήματα.
Κι είναι τούτη η ώρα που κάθεται
ο Λαφιάτης ο Θόδωρας,
με το Μαδέρη το Νικολή,
σε ταβερνάκι Σιδερούντα μεριά, '
κει κάτου στο Μετόχι.
Ταβερνάκι με τα σέα του, και με βάρκες
να σείονται στο βουβό το κύμα,
και με πεύκα να βλέπεις
να φτάνουνε μέχρι το γιαλό
και να πίνουνε αρμύρα...
Τέτοια που να σταματούνε, οι τουρίστες
να βγάζουνε ''φώτος'',
και να λε' ο ένας τ' αλλονού, '
'μπηούτιφουλ'' και ''αμέηζινγκ''.
Είναι βλέπεις κι από την κόστα της Χίου
που βλέπει Εύβοια, κι άμα πέφτει ο Ήλιος
γεμίζει γύρου χρώματα.
Έχει και μιαν αφεντικιά
τούτο το ταβερνάκι.
Τη Μίνα, του Μάρκου του Ρουθούνα.
Πάντα με το χαμόγελο, και μέχρι
που να ξηγηθεί και κερασμένα άπαντα,
κι ας μην έχει κάνει σεφτέ την τρέχουσαν ημέρα.
Ο Λαφιάτης, τώρα, της μαύρης χλίψης
έχει πέσει στο βαρύ στεναγμικό
λόγω νερά από πρόσωπο.
Ο Μαδέρης τώρα αδερφός του ήτουνε,
και δε μπόρα'ε να τον εβλέπει να 'ναι επιτάφιος.
- Τι θα γένει ρε Λαφιάτη; Από το στεναγμικό ρε,
θαρρώ πως είμαι Ινδικό και με πιάσανε μουσώνια.
- 'Ναθεμά το, την ήδιωξα και πολύ μου κόστισε...
- Καλά ρε είσαι μάπας; Δε σου 'κανε ρε τα συκώτια σου τούμπανο;
Στην κουβέντα πάνου να κι ο Τραμουντάνας,
μ' ένα κουβά της μπογιάς γεμάτο κατσιμάμουνα
και μια καλαμένια πανέρα παραγάδι,
από τις παλιές που δύσκολα τις βρίσκεις σήμερον.
Τούτος 'δω ο Τραμουντάνας,
Αντρέα τον εβάφτισε ο παπάς
μ' άμα και δεν τον επείς
Τραμουντάνα στη Χίο, δεν τον εβρίσκεις.
Καθόσο αδερφέ μου, στη Χίο
είναι πολύ της μόδας το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο,
κι άμα και δεν έχεις μισός Χιώτης λογάσαι.
Έτσι που στα κηδειόχαρτα καμιά βολά
να μπαίνει πρώτα το καλλιτεχνικό
και μετά επώνυμο ληξιαρχείου.
Τούτος 'δω που λέτε ο Τραμουντάνας,
ήτουνε δακτυλοδεικτούμενος στο χωριό.
Γύρω στα εβδομήντα του ήτουνε,
αλλά ήτουνε
τέτοια η περπατησά του,
τέτοιο το γέλιο του
που τον εκαμάρωνες.
Άλλοι στην ηλικία του, για καμπουριάσανε,
για κρεμάσανε κοιλιές,
για δε γελούνε μήτε με χασίσι, λες αδερφέ μου
κι έχουνε πολλά χρόνια μπρος τους,
και κρατούνε χαρές ρεζέρβα
μη μπα και ξεμείνουνε. Ο Τραμουντάνας
δεν ήτουνε έτσι, ποτές του δεν ήτουνε.
Μάλιστα τότες που 'χενε χάσει
το γιο του στο ναυάγιο,
όλοι περιμένανε να μαραζώσει
και να γένει σαν και 'κείνους.
Ο Τραμουντάνας τώρα, στεναχωρέθηκε, έκλαψε,
αλλά, όχι, σαν και 'κείνους
δεν το 'χε σκοπό να γένει
και δεν έγενε. Στα 'ξάμηνα
απάνου του ναυαγίου
είχε συνεφέρει και περπάτιενε
ξανά στητό καντρόνι.
Στητό καντρόνι ναι, να ξέρεις όμως
λίγοι αθρώποι
χαίρουνται άμα και σε δούνε παλικάρι
και λεβέντη,
οι πιότεροι σε θένε κακομοίρη
και της μεγάλης λύπησης,
έτσι που να λέει ο ένας τ' αλλονού '
'ε, ο καμένος'', να σε λυπούνται σφόδρα,
και πολύ να χαίρουνται
που δεν είναι στη θέση τη δικιά σου.
Θυμούμαι τότες, επή'ε να τον πειράξει
η Μέρπα του Κασίδα, από τους ''πιότερους''
που λέγαμε, κι ήμουνα μπροστά,
τον τράκαρε στητό
στη στράτα και καθόλου δεν της ήρτενε,
και ξέρεις τώρα άμα θένε οι γυναίκες
να σε φαρμακώσουνε, ε;...
- Ε Τραμουντάνα! Για γαμπρός πας;
Εσύ ξανάνιωσες...
- Είδες; Εγώ 'χω 'να κακό μωρέ...
Δε μπορώ να στεναχωριόμαι,
έδευτό το κακό έχω...
Δε μπορώ να στεναχωριόμαι.
Βλέπω τους άλλους που στεναχωριόνται
και ντρέπουμαι,
λέω ''ρε Τραμουντάνα ευτός στεναχωριέται
κι εσύ ε στεναχωριέσαι;''. Στεναχωριόμαι
που ε στεναχωριόμαι, μα ήντα να κάμω
που ε μπορώ να στεναχωριόμαι;
Πολλά μπερδεμένη της εφάνηκε
η απάντηση του Τραμουντάνα,
και καθόλου όρεξη δεν είχε
να την εκάνει κέρματα για να την καταλάβει.
Άσε που σα να της μύρισε καμένο
απ' την κουζίνα της... ''Μμμμ...'',
έκανε μορφασμό δυσαρέσκεια
και χάθηκε. Γύρνα, με βλέπει που τους κοίταγα,
μου κάνει νόημα σαν και καλά, ''την είδες;''
''Την είδα.'' γνέφω. Τούτος ήτουνε
ο Τραμουντάνας,
που τον ελέανε κι Αντρέα.
Παράγγειλε καφέ.
- Ε Μίνα, ώρα καλή! Α τον εψήσεις;
- Απάνω τον ήβαλα με το που σε 'δα, Αντρίκο.
- Έχε την ευκή μου.
Άναψε σερέτικα μ' ένα σπίρτο το τσιγάρο του,
πήρε και την πανέρα κι έκατσε
και δόλωνε παραγάδι.
- Ναι ρε Μαδέρη, μου τα 'κανε τούμπανο
και καλώς τη σούταρα αλλά,
τώρα ήντα να κάμω...
τώρα ήντα κάμω, που θυμούμαι
μόνο τα καλά
και ξεχνώ τα άσκημα...
Καθόσον έτσι κάνει πας ανήρ με τις γεναίκες,
όσο τις έχεις ένα καλό δεν τος εβρίσκεις,
κι άμα και χωρίσεις ένα κακό δεν τος θυμάσαι.
- Ρε θα με σκάσεις; εξέχασες;!
Και σκύβει προς το Λαφιάτη.
Άντε μη σ' αρχίσω τώρα κι ακούει
κι ο Τραμουντάνας και θα σε κάμω ρεζίλι.
Τι άντρας είσαι ρε;
Επιτρέπεται ρε να μου 'ρχεσαι στο σπίτι,
μέρα παρά μέρα, κλαμένος
σα δωδεκάχρονος πιτσιρής
και τώρα που 'καμες απόφαση
να της πεις ''μόλα'',
να μου λες το μετάνιωσα;
Τι θες δηλαδής, να πα' να ξανατραβήξεις
μια απ' τα ίδια;
- Ξέρω 'γω... έκαμε τρίβοντας αμήχανα
την κούτρα του
ο Λαφιάτης, που σαν κάτι να θυμήθηκε
από τα χούγια της δεσποινίδος.
Και δωσ' του εξάτμιση στο κάργα
με βλέμμα από Ξανθόπουλο...
- Για κοίτα ρε ένα άντρα...
να στενάζει σαν τη Γενοβέφα...
χαθήκανε ρε οι γκόμενες
και μένουμε απ' τη ράτσα;
Ο Τραμουντάνας τώρα έχει στήσει αυτί,
έχει σηκώσει φρύδι, και το μυαλό του τρέχει
σε κάτι θύμισες δικές του παλιές,
περί γεναίκες.
Ε, όσο να 'ναι πιο μικρός τα 'ζησε,
τα σιχάθηκε.
Λόγω που ήτουνε κι ομορφάντρας στα νιάτα του,
είχε τράβαλα πολλά κι ήξερε.
- Τι να κάμω δεν ηξέρω...
τι να κάμω δεν ηξέρω... μουρμούριζε
φαρμακωμένος ο Λαφιάτης.
- Εν έχεις ρε εγωισμό, να πεις,
όχι ρε δεν της εκάμνω το χατήρι,
θα βγάλω την καρδιά μου
να την επατώ καταής
κι οπίσω δεν ξαναγυρνώ.
Για δε ρε 'ναν άντρα...
Τα μάτια του Τραμουντάνα άστραψανε,
σηκώνεται απάνω και λέει του Λαφιάτη.
- Είσαι άντρας ρε μικρέ;
- Εεεε.... κάτι πή'ε να ψελλίσει ο Λαφιάτης, το 'κοψε...
- Λέγε ρε είσαι άντρας;
- Τι εννοείς;
- Τι εννοώ; Εννοώ πως πας άντρας, άντρας είναι,
άπαξ και κάνει το κέφι του. Να τι εννοώ.
Και πως άμα κέφι σου είναι να πας να την έβρεις,
τρέχα τώρα και μη χάνεις λεπτό, κι άμα κέφι σου
είναι να τη διώξεις, διώξ' τη και καμάρωνε.
Άμα πιάσεις και χαλάς την καρδιά σου περί αντριλίκι
και περι μου 'χε καμωμένα κι εγώ 'μαι άντρας
και δεν ξεχνώ, βρασ' τα. Ο άντρας άπαξ
και δεν κάνει το κέφι του, άντρας δεν είναι,
κι άσε τι λένε οι σκληροί με τα μουστάκια.
- Εεεε... κάτι πήγε να πει ο Λαφιάτης και το 'κοψε.
- Τι εεεε;! Ο άντρας πλερώνει και κάνει το γούστο του,
σ' άλλονε κοστίζει λεφτά του,
σ' άλλονε την 'λευθερία του,
σ' άλλονε ένα σπασμένο κομματάκι της καρδιάς του.
Και να με συμπαθάς Μαδέρη...
με το να βγάλω την καρδιά μου να την επατώ,
σκληρός δε γένομαι, κορόιδο γένομαι μιας
και τη δική μου την καρδιά πατώ κι όχι ξένη.
Το λοιπό μικρέ, άμα κι είσαι άντρας,
κάτσε και ρώτα την καρδιά σου,
τι γυρεύει, κι ότι σου πει να κάμεις.
Κι άντρας είναι όποιος, ότι τραβάει η ψυχάρα του
το 'χει κι όχι όποιος κάθεται και καταπίνει 'πωθημένα
και έχει το βλέμμα του καλόγερου
μπροστά στο κοκορέτσι... Τα 'πε ο Αντρίκος
και πέταξε κάτου το τσιγάρο του,
έτσι που γέμισε ο κόσμος κάφτρες
και καθόσον και δε σήκωνε αντίδρα,
γύρισε πλάτη κι έκατσε στο σκαμνί να ασχοληθεί
με κατσιμάμουνα. Είχε χαλάσει πολύ σάλιο
περί σχέσεις και έρωτος
και ήτουνε μεγάλος πια για τέτοια βαρυστόμαχα.
- Ρε λες να 'χει δίκιο ο μπάρμπα Τραμουντάνας...;
γύρισε στο Μαδέρη, ο Λαφιάτης.
- Εσύ φιρί φιρί το πας να φας το κεφάλι σου.
Δεν ξανασκώ για πάρτη σου. Καλά ξεμπερδέματα.
Και καλά ξεμπερδέματα δεν είχε ο Λαφιάτης
ο Θόδωρας, και το κεφάλι το 'φαγε
ο Λαφιάτης ο Θόδωρας. Καθόσον;
Σμίξανε δέκα φεγγάρια ωραία,
και μετά μια απ' τα ίδια.
Ώσπου χωρίσανε άνευ αναστολής,
και πάει καθένας τη στράτα του.
Το φιλοσόφησε, και να τι λέει.
- Τι θαρρείς πως γένεται κερά μου,
σαν σου δώκω καντάρια πέντε σημασία;
Να σου πω εγώ τι γένεται.
Της δικής μου της καρδιάς το κέφι γένεται...
Ε, πως!
Δεν είναι μικρό πράμα αδερφάκι μου
ν' ανοίγεις την καρδιά σου, να στέκεις,
να την καμαρώνεις και να λες,
'' Πωπω! Για δε' ρε μια Καρδιά μεγάλη που 'χω!
Και δε της φαινότανε!''
Κι άπαξ και πέφτουνε τα θηλυκά απάνου
και τη διαγουμίζουνε, να καμαρώνεις
και να γελάς και να λες κυμπάρικα...
''Χα ρε! Μεγάλη καρδιάν έχω ρε,
και πάρτε, και κόψτε,
και να 'χετε,
να πορεύεστε...''
Θεοδόση Σεζένια
σε ευχαριστω που μου
το εστειλες..
οπως σου ειπα
Δάκρυσα πανάθεμα με...
σε ευχαριστω που μου
το εστειλες..
οπως σου ειπα
Δάκρυσα πανάθεμα με...
Ετικέτες
Παντού Ουρανός,
Aνυπότακτες Διαδρομές
Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012
Παρασκευή 11 Μαΐου 2012
Τρίτη 24 Απριλίου 2012
Θέλω.....
Bιαστικες μέρες
ανήσυχες νύχτες
εξουσία της μνήμης
απουσία και παρουσία
ουσία
μετασχηματισμος
έμπνευση
σκέψη
αίσθηση...
Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο
που μπορεί να δει 4 πράγματα
σε σένα:
Τη ΘΛΙΨΗ πίσω από το χαμόγελο σου.
την ΑΓΑΠΗ πίσω από το θυμό σου.
το ΝΟΗΜΑ πίσω από τη σιωπή σου.
και την ΠΙΚΡΑ πισω απο το δίκιο σου.
Σημαίνει οτι είναι αληθινά Φίλος σου.
Καπετάνιε..
ένα Τεράστιο Ευχαριστώ
για σένα.!!!
♫ ✿⊱╮♫
Ετικέτες
στο φως μιας αστραπής,
Aνυπότακτες Διαδρομές
Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012
Επι της Ουσίας...
Τα σκότωσα όλα μέσα μου να προχωρήσω
και είπα να περπατήσω αδιάκοπα
σαν ζωντανό κουφάρι
στην οδό της απάθειας
που συντόμευε στην λύπη σου.
Αφού κάθε φορά που ανέβαινα
στην κορυφή του είναι μου
λαχταρώντας να σε αγγιξω..
αυτοκτονούσα στον γκρεμό
του είναι σου..
Η αγάπη δεν είναι στην κορύφωση
της μοναξιάς μας
μου φώναζες κι εγώ έπεφτα
να συναντήσω τη φωνή σου στο κενό..
Έτσι ανάμεσα στις θνητές μας υπάρξεις
και στις ψυχές μας αποστάσεις
αναζήτησα εποχές που δεν θα
ξυπνούσαν καλοκαίρια
μα κρύωσα στους καιρούς
που μου'λειψες..
και έγινα ο ταξιδιώτης
της απουσίας σου με αργό βηματισμό
γιατί γνώριζα πως σε χάνω όσο προχωρώ..
Χάρη της μικρής διαδικτυακής
ανθρωπινης γειτονιάς μας
είχα τη χαρά να σε κοιτάξω καταματα
οπως και εσυ εμενα
να μιλησουμε σαν ανθρωποι
αναμεσα στα ρακομελα και στα
χαμογελα της αληθινης στιγμής
που δεν φοβούνται οσοι
διαθετουν πρόσωπο
και συνείδηση καθαρη.
Εν τέλει...ενα εχω να πω για σένα:
να σε χαίρεται η μάνα
που σε έφερε σε αυτον τον κόσμο...
κάθε μάνα που φέρνει σε αυτην
την αρρωστημένη κοινωνία
έναν υγιή ψυχοσωματικά Άνθρωπο
είναι άξια.
Κάθε οικογένεια που
γαλουχεί ψυχές στις αξίες
είναι Κιβωτός για ένα αύριο πιο ανθρωπινο..
πιο ελπιδοφόρο με τα χρώματα της αυγής..
ειναι επιτακτική ανάγκη πια
να χαράξουμε
σαν ανθρωπινο ειδος νέα πορεία.
Να Χαμογελάς
παντα κόντρα και να ισορροπείς στην κόψη
με τη γενναιότητα και την ταπεινή απλότητα
που σε χαραχτηρίζουν.!!
Είμαστε ακομη Ζωντανοι φίλε μου...
και το σχοινι θα μας αντεχει
οσο δεν γουστάρουμε χειροκροτηματα.!!!
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011
Στο Φως μιας Αστραπής...
"Να'σαι ερωτευμένος με τη ζωή..
να'σαι κυριευμένος απο μια
απλοική αγιότητα του πνεύματος.
Να σου είναι αρκετό να διασχίζεις
καλπάζοντας την κοινωνία,
τρελλός για ψωμί και έρωτα.
Το ψωμί που κερδίζουμε με κόπο
είναι η μερίδα μας κάτω
απο τον ήλιο της ζωής.
Οι μονοι που αξίζουν για μένα
είναι αυτοί που τρελλαίνονται
να ζήσουν,να μιλήσουν,να σωθούν,
αυτοί που ποθούν τα πάντα
την ίδια στιγμή,αυτοί που ποτέ
δεν χασμουριώνται
ή δεν λένε κοινότυπα πράγματα,
αλλά που καίγονται,καιγονται,καίγονται
όμοιοι με τις κίτρινες μυθικές φωτιές
των ρωμαικών πυρσών,
εκπυρσοκροτώντας
σαν πυροτέχνηματα ανάμεσα
στα αστέρια.!!
Jack Kerouac...On The Road.
Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011
Απλά με κυριεύει...
Σκέφτομαι...νοιώθω... αναμετρώ
τις δυσκολίες του χρόνου, διασκεδάζω
την ένταση των θέλω μου
χαμογελώ στη δύναμη του μπορώ μου
κρύβομαι στην όαση της σιωπής μου
αποδεχόμενη και καταργώντας πλήρως όλες
τις ψευδαισθήσεις της μικρής έως εδω
διαδρομής μου..
Ένας μικρός ανθρωπάκος
παλεύει διαρκώς μέσα μου.
Πότε δοξάζει τον Επίκουρο
και πότε ζηλεύει τον Αριστοτέλη.
Πότε λέει να ζήσω το σήμερα
και πότε λέει ας χαθώ στο αιώνιο...
Πότε πιστεύει πως αξίζει το Ανώτερο
και πότε χάνεται στο πρόσκαιρο..
Πόνεσα κάποτε πολύ
και όρισα τα σημεία μου..
κι ας είμαι τώρα πιο κοντά
απο ποτέ στο ασύνορο αόρατο
μια μικρή πολύτιμη στιγμή
μας περιέχει..
Πεθύμησα την Έρημο που μας ενωσε
γιατί εκεί ξεδίψασα έστω για λίγο
στην όαση της ψυχής σου!
Είμαι κι εγώ
ένας περιπλανώμενος ψίθυρος
και για την μέσα μου ερημία
ξανά θα αναχωρήσω..για όσο
χρειαστεί για όσο το αντέξω..
Γυμνή η αλήθεια
ρακένδυτες μνήμες
αρνείται να ντυθεί.Στην Αγάπη
αμετανόητα πιστεύω
τη γλώσσα βγάζω περιπαιχτικά
σε ότι και αν ενεδρεύει
Αφου το ξέρω πια καλά..ποτέ
δεν ξεγελάστηκα.!
Στην ενδοχώρα της σιωπής
είναι όλα τόσο διάφανα..
Τίποτε
Δεν υπόσχεται....απλά με κυριεύει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











