Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Πιο Αληθινό...απ όλες τις αλήθειες...




Σούρουπο τώρα, σχολνάει να πούμε ο Ήλιος 
και σφουράει ο Ουρανός ''σκάντζα βάρδια'' 
να ρθει το Φεγγάρι με την παρέα του
 να πιάσουνε τα πόστα. 
Κι απ' τις πιάσουνε τα πόστα, να σηκώνει 
ο πάσα εις την γκλάβα του στον Ουρανό 
και να ρωτά τον απατό του ''για δείτενε ρε... 
τι 'ναι τούτα τα όμορφα και ποιος 
ήσπασε την κεφαλή του να κάτσει να τα κάμει...;'' 
κι άλλα τέτοια που μόνο παπάδες μποράνε 
να ξηγήσουνε κι άλλος κανείς. Κι όχι δηλαδής 
πως έχω τίποτα με 'πιστημόνους και φιλοσόφους, 
όχι, αλλά μωρ' αδερφά μου τους ρωτάς 
για τη φτιάξη του Κόσμου και του Συμπάντου, 
και σου κάνουνε την κεφάλα καζάνι 
για να καταλήξουνε πως ούτε εκείνοι ξέρουνε... 
Ο παπάς πως, ότι τον ερωτήσεις λέει''ο Θεός''. 
Λέει ο Θεός και καθαρίσατε, κι αυτός που στο 'πε, 
κι εσύ που γλίτωσες τη σκοτούρα 
περί σκέψη φιλοσοφική και βαρυστόμαχη, 
και τ' αφεντικό σου που δουλεύεις μεροκάματο 
και δε ρίγνεις τη δουλειά ένα παρά πίσω, 
γιατί σ' απασχολάνε αψηλά ζητήματα.
Κι είναι τούτη η ώρα που κάθεται 
ο Λαφιάτης ο Θόδωρας, 
με το Μαδέρη το Νικολή, 
σε ταβερνάκι Σιδερούντα μεριά, '
κει κάτου στο Μετόχι. 
Ταβερνάκι με τα σέα του, και με βάρκες 
να σείονται στο βουβό το κύμα, 
και με πεύκα να βλέπεις 
να φτάνουνε μέχρι το γιαλό 
και να πίνουνε αρμύρα... 

Τέτοια που να σταματούνε, οι τουρίστες 
να βγάζουνε ''φώτος'', 
και να λε' ο ένας τ' αλλονού, '
'μπηούτιφουλ'' και ''αμέηζινγκ''. 
Είναι βλέπεις κι από την κόστα της Χίου 
που βλέπει Εύβοια, κι άμα πέφτει ο Ήλιος 
γεμίζει γύρου χρώματα. 
Έχει και μιαν αφεντικιά 
τούτο το ταβερνάκι. 
Τη Μίνα, του Μάρκου του Ρουθούνα. 
Πάντα με το χαμόγελο, και μέχρι 
που να ξηγηθεί και κερασμένα άπαντα, 
κι ας μην έχει κάνει σεφτέ την τρέχουσαν ημέρα.
Ο Λαφιάτης, τώρα, της μαύρης χλίψης 
έχει πέσει στο βαρύ στεναγμικό 
λόγω νερά από πρόσωπο. 
Ο Μαδέρης τώρα αδερφός του ήτουνε, 
και δε μπόρα'ε να τον εβλέπει να 'ναι επιτάφιος.
- Τι θα γένει ρε Λαφιάτη; Από το στεναγμικό ρε, 
θαρρώ πως είμαι Ινδικό και με πιάσανε μουσώνια.
- 'Ναθεμά το, την ήδιωξα και πολύ μου κόστισε...
- Καλά ρε είσαι μάπας; Δε σου 'κανε ρε τα συκώτια σου τούμπανο;
Στην κουβέντα πάνου να κι ο Τραμουντάνας, 
μ' ένα κουβά της μπογιάς γεμάτο κατσιμάμουνα
 και μια καλαμένια πανέρα παραγάδι, 
από τις παλιές που δύσκολα τις βρίσκεις σήμερον.









Τούτος 'δω ο Τραμουντάνας, 
Αντρέα τον εβάφτισε ο παπάς 
μ' άμα και δεν τον επείς 
Τραμουντάνα στη Χίο, δεν τον εβρίσκεις. 
Καθόσο αδερφέ μου, στη Χίο 
είναι πολύ της μόδας το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο,
 κι άμα και δεν έχεις μισός Χιώτης λογάσαι. 
Έτσι που στα κηδειόχαρτα καμιά βολά 
να μπαίνει πρώτα το καλλιτεχνικό
 και μετά επώνυμο ληξιαρχείου. 
Τούτος 'δω που λέτε ο Τραμουντάνας, 
ήτουνε δακτυλοδεικτούμενος στο χωριό. 
Γύρω στα εβδομήντα του ήτουνε, 
αλλά ήτουνε 
τέτοια η περπατησά του, 
τέτοιο το γέλιο του 
που τον εκαμάρωνες. 
Άλλοι στην ηλικία του, για καμπουριάσανε, 
για κρεμάσανε κοιλιές, 
για δε γελούνε μήτε με χασίσι, λες αδερφέ μου 
κι έχουνε πολλά χρόνια μπρος τους, 
και κρατούνε χαρές ρεζέρβα 
μη μπα και ξεμείνουνε. Ο Τραμουντάνας 
δεν ήτουνε έτσι, ποτές του δεν ήτουνε. 
Μάλιστα τότες που 'χενε χάσει 
το γιο του στο ναυάγιο, 
όλοι περιμένανε να μαραζώσει 
και να γένει σαν και 'κείνους. 
Ο Τραμουντάνας τώρα, στεναχωρέθηκε, έκλαψε, 
αλλά, όχι, σαν και 'κείνους 
δεν το 'χε σκοπό να γένει 
και δεν έγενε. Στα 'ξάμηνα 
απάνου του ναυαγίου 
είχε συνεφέρει και περπάτιενε
 ξανά στητό καντρόνι.
Στητό καντρόνι ναι, να ξέρεις όμως 
λίγοι αθρώποι 
χαίρουνται άμα και σε δούνε παλικάρι 
και λεβέντη, 
οι πιότεροι σε θένε κακομοίρη 
και της μεγάλης λύπησης, 
έτσι που να λέει ο ένας τ' αλλονού '
'ε, ο καμένος'', να σε λυπούνται σφόδρα, 
και πολύ να χαίρουνται 
που δεν είναι στη θέση τη δικιά σου. 

Θυμούμαι τότες, επή'ε να τον πειράξει 
η Μέρπα του Κασίδα, από τους ''πιότερους'' 
που λέγαμε, κι ήμουνα μπροστά, 
τον τράκαρε στητό 
στη στράτα και καθόλου δεν της ήρτενε, 
και ξέρεις τώρα άμα θένε οι γυναίκες 
να σε φαρμακώσουνε, ε;...
- Ε Τραμουντάνα! Για γαμπρός πας; 
Εσύ ξανάνιωσες...
- Είδες; Εγώ 'χω 'να κακό μωρέ... 
Δε μπορώ να στεναχωριόμαι, 
έδευτό το κακό έχω... 
Δε μπορώ να στεναχωριόμαι. 
Βλέπω τους άλλους που στεναχωριόνται 
και ντρέπουμαι, 
λέω ''ρε Τραμουντάνα ευτός στεναχωριέται
 κι εσύ ε στεναχωριέσαι;''. Στεναχωριόμαι 
που ε στεναχωριόμαι, μα ήντα να κάμω 
που ε μπορώ να στεναχωριόμαι; 
Πολλά μπερδεμένη της εφάνηκε 
η απάντηση του Τραμουντάνα, 
και καθόλου όρεξη δεν είχε 
να την εκάνει κέρματα για να την καταλάβει.
 Άσε που σα να της μύρισε καμένο 
απ' την κουζίνα της... ''Μμμμ...'', 
έκανε μορφασμό δυσαρέσκεια 
και χάθηκε. Γύρνα, με βλέπει που τους κοίταγα, 
μου κάνει νόημα σαν και καλά, ''την είδες;'' 
''Την είδα.'' γνέφω. Τούτος ήτουνε
 ο Τραμουντάνας, 
που τον ελέανε κι Αντρέα.
Παράγγειλε καφέ.
- Ε Μίνα, ώρα καλή! Α τον εψήσεις;
- Απάνω τον ήβαλα με το που σε 'δα, Αντρίκο.
- Έχε την ευκή μου.
Άναψε σερέτικα μ' ένα σπίρτο το τσιγάρο του, 
πήρε και την πανέρα κι έκατσε 
και δόλωνε παραγάδι.
- Ναι ρε Μαδέρη, μου τα 'κανε τούμπανο 
και καλώς τη σούταρα αλλά, 
τώρα ήντα να κάμω... 
τώρα ήντα κάμω, που θυμούμαι 
μόνο τα καλά 
και ξεχνώ τα άσκημα...
Καθόσον έτσι κάνει πας ανήρ με τις γεναίκες, 
όσο τις έχεις ένα καλό δεν τος εβρίσκεις, 
κι άμα και χωρίσεις ένα κακό δεν τος θυμάσαι.
- Ρε θα με σκάσεις; εξέχασες;! 
Και σκύβει προς το Λαφιάτη. 
Άντε μη σ' αρχίσω τώρα κι ακούει 
κι ο Τραμουντάνας και θα σε κάμω ρεζίλι. 

Τι άντρας είσαι ρε; 

Επιτρέπεται ρε να μου 'ρχεσαι στο σπίτι, 
μέρα παρά μέρα, κλαμένος 
σα δωδεκάχρονος πιτσιρής 
και τώρα που 'καμες απόφαση 
να της πεις ''μόλα'', 
να μου λες το μετάνιωσα; 
Τι θες δηλαδής, να πα' να ξανατραβήξεις 
μια απ' τα ίδια;
- Ξέρω 'γω... έκαμε τρίβοντας αμήχανα
 την κούτρα του 
ο Λαφιάτης, που σαν κάτι να θυμήθηκε 
από τα χούγια της δεσποινίδος. 
Και δωσ' του εξάτμιση στο κάργα 
με βλέμμα από Ξανθόπουλο...
- Για κοίτα ρε ένα άντρα... 
να στενάζει σαν τη Γενοβέφα... 
χαθήκανε ρε οι γκόμενες 
και μένουμε απ' τη ράτσα;
Ο Τραμουντάνας τώρα έχει στήσει αυτί, 
έχει σηκώσει φρύδι, και το μυαλό του τρέχει 
σε κάτι θύμισες δικές του παλιές,
 περί γεναίκες. 
Ε, όσο να 'ναι πιο μικρός τα 'ζησε,
τα σιχάθηκε. 
Λόγω που ήτουνε κι ομορφάντρας στα νιάτα του, 
είχε τράβαλα πολλά κι ήξερε.
- Τι να κάμω δεν ηξέρω... 
τι να κάμω δεν ηξέρω... μουρμούριζε 
φαρμακωμένος ο Λαφιάτης.
- Εν έχεις ρε εγωισμό, να πεις, 
όχι ρε δεν της εκάμνω το χατήρι, 
θα βγάλω την καρδιά μου 
να την επατώ καταής 
κι οπίσω δεν ξαναγυρνώ. 

Για δε ρε 'ναν άντρα...






Τα μάτια του Τραμουντάνα άστραψανε, 
σηκώνεται απάνω και λέει του Λαφιάτη.
- Είσαι άντρας ρε μικρέ;
- Εεεε.... κάτι πή'ε να ψελλίσει ο Λαφιάτης, το 'κοψε...
- Λέγε ρε είσαι άντρας;
- Τι εννοείς;
- Τι εννοώ; Εννοώ πως πας άντρας, άντρας είναι, 
άπαξ και κάνει το κέφι του. Να τι εννοώ. 
Και πως άμα κέφι σου είναι να πας να την έβρεις, 
τρέχα τώρα και μη χάνεις λεπτό, κι άμα κέφι σου 
είναι να τη διώξεις, διώξ' τη και καμάρωνε.
 Άμα πιάσεις και χαλάς την καρδιά σου περί αντριλίκι 
και περι μου 'χε καμωμένα κι εγώ 'μαι άντρας 
και δεν ξεχνώ, βρασ' τα. Ο άντρας άπαξ
 και δεν κάνει το κέφι του, άντρας δεν είναι, 
κι άσε τι λένε οι σκληροί με τα μουστάκια.
- Εεεε... κάτι πήγε να πει ο Λαφιάτης και το 'κοψε.
- Τι εεεε;! Ο άντρας πλερώνει και κάνει το γούστο του, 
σ' άλλονε κοστίζει λεφτά του, 
σ' άλλονε την 'λευθερία του,
 σ' άλλονε ένα σπασμένο κομματάκι της καρδιάς του. 
Και να με συμπαθάς Μαδέρη... 
με το να βγάλω την καρδιά μου να την επατώ, 
σκληρός δε γένομαι, κορόιδο γένομαι μιας 
και τη δική μου την καρδιά πατώ κι όχι ξένη. 
Το λοιπό μικρέ, άμα κι είσαι άντρας, 
κάτσε και ρώτα την καρδιά σου, 
τι γυρεύει, κι ότι σου πει να κάμεις. 
Κι άντρας είναι όποιος, ότι τραβάει η ψυχάρα του
 το 'χει κι όχι όποιος κάθεται και καταπίνει 'πωθημένα
 και έχει το βλέμμα του καλόγερου 
μπροστά στο κοκορέτσι... Τα 'πε ο Αντρίκος 
και πέταξε κάτου το τσιγάρο του, 
έτσι που γέμισε ο κόσμος κάφτρες 
και καθόσον και δε σήκωνε αντίδρα, 
γύρισε πλάτη κι έκατσε στο σκαμνί να ασχοληθεί 
με κατσιμάμουνα. Είχε χαλάσει πολύ σάλιο 
περί σχέσεις και έρωτος
 και ήτουνε μεγάλος πια για τέτοια βαρυστόμαχα.
- Ρε λες να 'χει δίκιο ο μπάρμπα Τραμουντάνας...; 
γύρισε στο Μαδέρη, ο Λαφιάτης.
- Εσύ φιρί φιρί το πας να φας το κεφάλι σου. 
Δεν ξανασκώ για πάρτη σου. Καλά ξεμπερδέματα.

Και καλά ξεμπερδέματα δεν είχε ο Λαφιάτης 
ο Θόδωρας, και το κεφάλι το 'φαγε 
ο Λαφιάτης ο Θόδωρας. Καθόσον; 
Σμίξανε δέκα φεγγάρια ωραία, 
και μετά μια απ' τα ίδια. 
Ώσπου χωρίσανε άνευ αναστολής, 
και πάει καθένας τη στράτα του. 
Το φιλοσόφησε, και να τι λέει.
- Τι θαρρείς πως γένεται κερά μου, 
σαν σου δώκω καντάρια πέντε σημασία;
 Να σου πω εγώ τι γένεται. 
Της δικής μου της καρδιάς το κέφι γένεται...
Ε, πως! 
Δεν είναι μικρό πράμα αδερφάκι μου 
ν' ανοίγεις την καρδιά σου, να στέκεις, 
να την καμαρώνεις και να λες, 
'' Πωπω! Για δε' ρε μια Καρδιά μεγάλη που 'χω! 
Και δε της φαινότανε!''
Κι άπαξ και πέφτουνε τα θηλυκά απάνου
 και τη διαγουμίζουνε, να καμαρώνεις 
και να γελάς και να λες κυμπάρικα...

 
 
 


''Χα ρε! Μεγάλη καρδιάν έχω ρε, 
και πάρτε, και κόψτε, 
και να 'χετε, 
να πορεύεστε...''



Θεοδόση Σεζένια
σε ευχαριστω που μου
το εστειλες..
οπως σου ειπα
Δάκρυσα πανάθεμα με...




8 σχόλια:

liouska είπε...

'Χα ρε! Μεγάλη καρδιάν έχω ρε, και πάρτε, και κόψτε, και να 'χετε, να πορεύεστε...''

!!!!!!!!!!!!!!!

kaiti1964 είπε...

Το μοίρασμα...τι πιο σημαντικό !!

Υπέροχο κείμενο Μαρία η απλότητα της Αλήθειας!!!
Φιλιά πολλά και γλυκιά καληνύχτα :))))

Νimertis είπε...

καλό σου μήνα Μαράκι! Υπέροχο το κείμενο.. αληθινά...

AERIKO είπε...

Έτσι είναι...βεβαια οι ανθρωποι που αυτοσαρκάζονται...και συναισθάνονται δεν περιμένουν να τους πετσοκόψουν οι γύρω ..;)

Καλο Μήνα Λία μου..Χαμόγελο και Φιλί.:))

AERIKO είπε...

Η Ζωή Καίτη μου είναι απολυτως αληθινη στην απλότητα της.Η επαρχία κρατά ακόμα.Κι εγω ειναι φορές που καμαρώνω για την χωριατιά μου.Η Ντοπιολαλιά στο κέιμενο του Θεοδόση είναι η πηγή...χάνουμε την ελλάδα γιατί χάσαμε την ουσία μέσα μας.

Καλό Μήνα και όμορφο Ξημέρωμα να έχουμε.Φιλιά κι απο εμένα.:))

AERIKO είπε...

Kαλό Μήνα Αντώνη μου..:)το ένοιωσα πως θα σου άρεσε.Εξ άλλου είσαι απο τους πιο αυθεντικούς ανθρώπους που εχω γνωρίσει μέσα εδώ και όχι μόνο.Να έχεις ενα όμορφο ξεκούραστο βραδυ.Σε Φιλώ.:))

αοράτη είπε...

Ανεπανάληπτος!

Καλό Νοέμβρη Αερικό μου. Φιλιά πολλά, όσα και τα φθινοπωρινά φύλλα που θα πέσουν απ' τα δέντρα..!!

AERIKO είπε...

Σαν Ψυχοπούλια θα κουρνιάσουμε ξανά στα κλαδιά της στιγμής..Ακόμα και γυμνά τα δέντρα δεν παύουν να είναι δέντρα.Το Νόημα στις ρίζες κρύβεται.

Καλημέρα αγαπημένη Αοράτη Χαμόγελο και Φιλί σου στελνω.:))