Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Εκεί....



Γύρισε αργά στο σπίτι

μετά τα μεσάνυχτα
και κουρασμένος
απ΄τον κάματο της μέρας.
Σαν την αντίκρισε
η κούραση εξανεμίστηκε
θα μπορούσε να τη βλέπει
και να περιμένει
μέχρι το χάραμα
μόνο και μόνο
για να μην ταράξει
τη γαλήνια αμεριμνησία της.
Δεν το πήγαινε η ψυχή του!
Όρθιος απολάμβανε
τα κλειστά της βλέφαρα
και την πουπουλένια ανάσα της
απ΄τα μισάνοιχτα χείλη της.
Είχε αποκοιμηθεί
στην αγαπημένη της πολυθρόνα
εκεί,στο σαλόνι τους
κάτω απ΄τη σκιά
της ασφυκτικά γεμάτης
βιβλιοθήκης τους
ενώ απ΄ το ραδιόφωνο
ακούγονταν ανάλαφρες
κι απαλές νότες
μεταμεσονύχτιας μουσικής.
Απομάκρυνε προσεκτικά
το βιβλίο απ΄την αγκαλιά της
χάιδεψε με τα χείλη
τα ξέπλεκα μαλλιά της
κι έριξε πάνω της, τη σκέπασε
με το αγαπημένο της
γαλάζιο σεντόνι
με το κόκκινο τριαντάφυλλο
στη μέση ακριβώς.





Πατώντας στις μύτες των ποδιών
έκλεισε αθόρυβα την πόρτα
και προχώρησε 
για την κρεβατοκάμαρά τους.
Καθώς έφευγε
ένιωσε τα μισόκλειστα χείλη της
να του χαμογελούν
από ικανοποίηση 
για την έγνοια του.

Στο διπλό κρεβάτι, μόνος του
και με μισή καρδιά
μάτι δεν μπορούσε να κλείσει
μέχρι που ένιωσε το χέρι της
περασμένο στη μέση του
την πνοή της στο πλάι του
και τον ψίθυρο της σιωπής
απ΄τα χείλη της, στο λαιμό του.



Εκεί 

σ'εκείνη τη μεγάλη Νύχτα 
που άκουγα την "ανάσα σου"

Εκεί

στο τελος του μεγάλου Πουθενά
και στην αρχή ενός δικού μου
Πάντα.





Δεν υπάρχουν σχόλια: